ασάφεια


ασάφεια
[асафиа] ουσ. Θ. неясность, неопределенность,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ασάφεια" в других словарях:

  • ἀσαφείᾳ — ἀσαφείᾱͅ , ἀσάφεια want of clearness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσάφεια — want of clearness fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασάφεια — η (AM ἀσάφεια, Α και φία και φίη) [ασαφής] η έλλειψη σαφήνειας …   Dictionary of Greek

  • ασάφεια — η έλλειψη σαφήνειας, σκοτεινότητα: Το γράψιμό του το διακρίνει μια ασάφεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσαφείας — ἀσαφείᾱς , ἀσάφεια want of clearness fem acc pl ἀσαφείᾱς , ἀσάφεια want of clearness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαφειῶν — ἀσάφεια want of clearness fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαφείαις — ἀσάφεια want of clearness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσαφείης — ἀσάφεια want of clearness fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσάφειαν — ἀσάφεια want of clearness fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προψελλίζω — Α ψελλίζω κάτι προηγουμένως, μιλώ με ασάφεια πριν από κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ψελλίζω «μιλώ, εκθέτω κάτι με ασάφεια»] …   Dictionary of Greek